Πάνω στο γραφείο της είχε έναν κουμπαρά.
Από αυτά τα ροζ γουρουνάκια που μπορούσες να βρεις σε κάθε σπίτι.
Σε βιβλιοθήκες, τραπεζάκια, κρυμμένα κάτω από το στρώμα, θαμμένα κάτω από χιλιάδες άχρηστα αντικείμενα.
Για εκείνη, όμως, δεν ήταν ένας συνηθισμένος κουμπαράς.
Κάθε νόμισμα που άφηνε να πέσει από την εγκοπή πάνω στην πλάτη του, ήταν μια υπενθύμιση του κάθε ονείρου της.
Μάζευε όλα τα νομίσματα που έβρισκε γύρω της και σιγά-σιγά γέμιζε τη στάθμη του.
"Αυτό είναι για το ταξίδι στα Γιάννενα.", έλεγε.
"Αυτό για το φόρεμα που είδα σε εκείνη τη βιτρίνα τις προάλλες.",
"Αυτό για το δώρο της Ν.".
Οι μέρες περνούσαν και η στάθμη γέμιζε.
Κι εκείνη κοιτούσε τον κουμπαρά και αναρωτιόταν.
Αναρωτιόταν πότε θα αποφασίσει να τον σπάσει.
Πότε θα πάει εκείνο το ταξίδι στα Γιάννενα, πότε θα αγοράσει εκείνο το φόρεμα που είδε σε εκείνη τη βιτρίνα τις προάλλες, πότε θα πάρει το δώρο στην Ν.
Περίεργη η μαγιά απ'την οποία είναι φτιαγμένα τα όνειρα.
Βάζεις λίγη άμμο, ρίχνεις δύο κουταλιές αλεύρι, λίγο αλάτι και αφού τα ψήσεις όλα μαζί τα σβήνεις με ένα ποτήρι κρασί.
Ύστερα τους ρίχνεις λίγη στάχτη και τα αφήνεις να δέσουν όλα μαζί στην τσίγγινη φόρμα τους.
Αλλά κάπως έτσι ήταν φτιαγμένα τα όνειρά της.
Από υλικά αταίριαστα, όλα μαζί χτυπημένα στο μίξερ της καρδιάς της.
Τη συνταγή τους την κρατούσε μυστική.
Μα δεν τολμούσε να τα πραγματοποιήσει.
Ύστερα έπιανε βροχή και της τα γκρέμιζε.
Με τρόπο αλύπητο.
Εκείνη τα κοιτούσε και χαμογελούσε.
Πάντα χαμογελούσε.
"Δεν πειράζει", έλεγε. "Θα φτιάξω άλλα."
Και έφτιαχνε άλλα. Και κάθε ένα καινούριο όνειρο, ξεπερνούσε το προηγούμενο.
Ήταν πιο όμορφο, πιο εξωτικό, πάντα πιο δύσκολο να το πραγματοποιήσει.
Και ο κουμπαράς της γέμιζε. Κι η στάθμη του ανέβαινε.
Και η ώρα ήρθε που έπρεπε να σπάσει τον κουμπαρά της.
Υ.Γ.: Στην Μ., την αγαπημένη μου Μ.
Από αυτά τα ροζ γουρουνάκια που μπορούσες να βρεις σε κάθε σπίτι.
Σε βιβλιοθήκες, τραπεζάκια, κρυμμένα κάτω από το στρώμα, θαμμένα κάτω από χιλιάδες άχρηστα αντικείμενα.
Για εκείνη, όμως, δεν ήταν ένας συνηθισμένος κουμπαράς.
Κάθε νόμισμα που άφηνε να πέσει από την εγκοπή πάνω στην πλάτη του, ήταν μια υπενθύμιση του κάθε ονείρου της.
Μάζευε όλα τα νομίσματα που έβρισκε γύρω της και σιγά-σιγά γέμιζε τη στάθμη του.
"Αυτό είναι για το ταξίδι στα Γιάννενα.", έλεγε.
"Αυτό για το φόρεμα που είδα σε εκείνη τη βιτρίνα τις προάλλες.",
"Αυτό για το δώρο της Ν.".
Οι μέρες περνούσαν και η στάθμη γέμιζε.
Κι εκείνη κοιτούσε τον κουμπαρά και αναρωτιόταν.
Αναρωτιόταν πότε θα αποφασίσει να τον σπάσει.
Πότε θα πάει εκείνο το ταξίδι στα Γιάννενα, πότε θα αγοράσει εκείνο το φόρεμα που είδε σε εκείνη τη βιτρίνα τις προάλλες, πότε θα πάρει το δώρο στην Ν.
Περίεργη η μαγιά απ'την οποία είναι φτιαγμένα τα όνειρα.
Βάζεις λίγη άμμο, ρίχνεις δύο κουταλιές αλεύρι, λίγο αλάτι και αφού τα ψήσεις όλα μαζί τα σβήνεις με ένα ποτήρι κρασί.
Ύστερα τους ρίχνεις λίγη στάχτη και τα αφήνεις να δέσουν όλα μαζί στην τσίγγινη φόρμα τους.
Αλλά κάπως έτσι ήταν φτιαγμένα τα όνειρά της.
Από υλικά αταίριαστα, όλα μαζί χτυπημένα στο μίξερ της καρδιάς της.
Τη συνταγή τους την κρατούσε μυστική.
Μα δεν τολμούσε να τα πραγματοποιήσει.
Ύστερα έπιανε βροχή και της τα γκρέμιζε.
Με τρόπο αλύπητο.
Εκείνη τα κοιτούσε και χαμογελούσε.
Πάντα χαμογελούσε.
"Δεν πειράζει", έλεγε. "Θα φτιάξω άλλα."
Και έφτιαχνε άλλα. Και κάθε ένα καινούριο όνειρο, ξεπερνούσε το προηγούμενο.
Ήταν πιο όμορφο, πιο εξωτικό, πάντα πιο δύσκολο να το πραγματοποιήσει.
Και ο κουμπαράς της γέμιζε. Κι η στάθμη του ανέβαινε.
Και η ώρα ήρθε που έπρεπε να σπάσει τον κουμπαρά της.
Υ.Γ.: Στην Μ., την αγαπημένη μου Μ.
No comments:
Post a Comment