Saturday, November 22, 2014

Κάπου μακριά από εδώ.

Μια γυναίκα, κάπου μακριά από εδώ, ονειρευόταν όλη της τη ζωή να δει τον ωκεανό... 
Τα χρόνια περνούσαν, κι εκείνη ζούσε στο ξέφωτο του δάσους που μεγάλωσε. 
Τα χρόνια περνούσαν, κι εκείνη κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί ονειρευόταν να δει τον ωκεανό. Πριν κοιμηθεί, λένε κάποιοι, κάπου μακριά από εδώ, άκουγε τα κύματα να σκάνε απαλά πάνω στο ξύλο του κρεβατιού της.
Στα όνειρά της, ένιωθε την άμμο να γαργαλάει γλυκά τα πόδια της.
Κι όταν ξυπνούσε, έγλειφε τα δάχτυλά της για να γευτεί την αλμύρα.
Ονειρευόταν και τα χρόνια περνούσαν. 
Τα μαλλιά της ασπρίσαν και τα δάχτυλά της ζάρωσαν, μα κάθε βράδυ εκείνη ονειρευόταν να δει τον ωκεανό.

Κάποιοι άνθρωποι, κάπου μακριά από εδώ, τις νύχτες ονειρεύονται τον ωκεανό. 
Κοιμίζουν τα μικρά τους με τους ήχους των κυμάτων, να μην φοβούνται όταν οι βόμβες πέφτουν στα διπλανά τετράγωνα. 
Να μην φοβούνται τους πυροβολισμούς, τα ουρλιαχτά και τα κλάματα.
Να μην φοβούνται τις άγριες κραυγές, να μην ακουν τους ήχους του πολέμου.

Κάποιοι άνθρωποι, κάπου μακριά από εδώ, το πρωί που έρχεται θα γίνουν ένα με τον ωκεανό που τόσο ονειρεύτηκαν...



Monday, November 10, 2014

#day_after_day

Κάθε πρωί βρίσκομαι μπροστά από δύο δρόμους. 
Ο ένας είναι φωτεινός και ασφαλής, τον έχω ξαναπερπατήσει.
Τον δέυτερο τον πνίγει βαθιά ομίχλη. 
Κάθε πρωί, που πρέπει να επιλέξω ποιον δρόμο θα ακολουθήσω, επιλέγω τον πρώτο.

Δεν είναι επειδή φοβάμαι να ρισκάρω αλλά στον πρώτο δρόμο υπάρχει ό,τι αγαπώ. 
Στον δεύτερο ίσως να υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να αγαπήσω. 

Μερικές φορές ρίχνω κλεφτές ματιές στον δεύτερο δρόμο. Η περιέργεια σου ασκεί έλξη μαγνητική. 
Όσοι στέκονται εκεί και με προ(σ)καλούν να τον διαβώ, ύστερα από μερικές στιγμές χάνονται μες στην ομίχλη.
Τις περισσότερες φορές είναι τόσο αθόρυβοι, λες και δεν στάθηκαν ποτέ εκεί.

Κάθε πρωί επιλέγω τον πρώτο.
Κι αν υπάρχουν μέρες που σύννεφα εμφανίζονται στον καταγάλανο ουρανό του, κάποιες τολμηρές αχτίδες ήλιου πάντα καμπυλώνουν στις φυλλωσιές των δέντρων γύρω του.