ζωγράφισα δύο πουλιά. με χρυσή μπογιά.
με μεγαλοπρεπή φτερά, αρχοντικά ράμφη.
με μεγάλα γυαλιστερά μάτια που προκαλούν δέος.
το ένα κοιτάζει το άλλο και οι φτερούγες τους ίσα που αγγίζονται.
στον ένα έδωσα το όνομά σου και στο άλλο το δικό μου.
τύλιξα τη ζωγραφιά και την έβαλα σε ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι.
βράδυ, σε μια ερημική παραλία, μπήκα στη θάλασσα ως εκεί που η αλμύρα της άγγιξε τα γόνατά μου.
άφησα το μπουκάλι στα κύματά της και το είδα να απομακρύνεται.
για μια στιγμή, κοίταξα στον ουρανό και ευχήθηκα να μπορούσαμε να πετάξουμε ξανά.
κοίταξα τα κατάμαυρα σκοτεινά νερά και το μπουκάλι είχε χαθεί.
βγήκα και κάθισα στην άμμο.
και πριν το καταλάβω, είχαν περάσει χίλια χρόνια.
ξημέρωνε και το απαλό ροζ της ανατολής εμφανιζόταν πίσω από μικρά λευκά σύννεφα.
σηκώθηκα και τίναξα την άμμο από το λευκό φόρεμά μου και τότε το είδα.
τα κύματα είχαν ξεβράσει ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι.
πλησίασα αργά σαν να είχα ξαναβρεθεί σε αυτή την παραλία, σαν να είχα ξαναδεί αυτό το μικρό μπουκαλάκι.
το πήρα στα χέρια μου και έβγαλα το πώμα.
μέσα υπήρχε μια ζωγραφιά. μια πολύ παλιά ζωγραφιά.
ήταν δύο πουλιά. ζωγραφισμένα με χρυσή μπογιά.
με μεγαλοπρεπή φτερά, αρχοντικά ράμφη.
με μεγάλα γυαλιστερά μάτια που προκαλούν δέος.
το ένα κοίταζε το άλλο και οι φτερούγες τους ίσα που αγγίζονταν.
στο ένα είχαν δώσει το όνομα ενός αγοριού και στο άλλο ενός κοριτσιού.
γύρισα και σε κοίταξα έκπληκτη.
"έχω ξαναδεί αυτή τη ζωγραφιά", σου είπα.
γέλασες και την άρπαξες από τα χέρια μου.
κάτω από το όνομα του αγοριού έγραψες το δικό σου και κάτω από το όνομα του κοριτσιού το δικό μου.
την τύλιξες προσεκτικά και την ξαναέβαλες στο μπουκάλι.
πλησίασες στη θάλασσα, το άφησες και πριν προλάβει να απομακρυνθεί ευχήθηκες να μην σταματήσουμε να πετάμε.
αυτό που αγνοούσαμε και οι δύο ήταν πως χίλια χρόνια μετά, στην ίδια ερημική παραλία, εγώ κι εσύ, θα ξαναβρίσκαμε την ίδια ζωγραφιά.
μα, δεν θα είχαμε τα ίδια ονόματα...
με μεγαλοπρεπή φτερά, αρχοντικά ράμφη.
με μεγάλα γυαλιστερά μάτια που προκαλούν δέος.
το ένα κοιτάζει το άλλο και οι φτερούγες τους ίσα που αγγίζονται.
στον ένα έδωσα το όνομά σου και στο άλλο το δικό μου.
τύλιξα τη ζωγραφιά και την έβαλα σε ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι.
βράδυ, σε μια ερημική παραλία, μπήκα στη θάλασσα ως εκεί που η αλμύρα της άγγιξε τα γόνατά μου.
άφησα το μπουκάλι στα κύματά της και το είδα να απομακρύνεται.
για μια στιγμή, κοίταξα στον ουρανό και ευχήθηκα να μπορούσαμε να πετάξουμε ξανά.
κοίταξα τα κατάμαυρα σκοτεινά νερά και το μπουκάλι είχε χαθεί.
βγήκα και κάθισα στην άμμο.
και πριν το καταλάβω, είχαν περάσει χίλια χρόνια.
ξημέρωνε και το απαλό ροζ της ανατολής εμφανιζόταν πίσω από μικρά λευκά σύννεφα.
σηκώθηκα και τίναξα την άμμο από το λευκό φόρεμά μου και τότε το είδα.
τα κύματα είχαν ξεβράσει ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι.
πλησίασα αργά σαν να είχα ξαναβρεθεί σε αυτή την παραλία, σαν να είχα ξαναδεί αυτό το μικρό μπουκαλάκι.
το πήρα στα χέρια μου και έβγαλα το πώμα.
μέσα υπήρχε μια ζωγραφιά. μια πολύ παλιά ζωγραφιά.
ήταν δύο πουλιά. ζωγραφισμένα με χρυσή μπογιά.
με μεγαλοπρεπή φτερά, αρχοντικά ράμφη.
με μεγάλα γυαλιστερά μάτια που προκαλούν δέος.
το ένα κοίταζε το άλλο και οι φτερούγες τους ίσα που αγγίζονταν.
στο ένα είχαν δώσει το όνομα ενός αγοριού και στο άλλο ενός κοριτσιού.
γύρισα και σε κοίταξα έκπληκτη.
"έχω ξαναδεί αυτή τη ζωγραφιά", σου είπα.
γέλασες και την άρπαξες από τα χέρια μου.
κάτω από το όνομα του αγοριού έγραψες το δικό σου και κάτω από το όνομα του κοριτσιού το δικό μου.
την τύλιξες προσεκτικά και την ξαναέβαλες στο μπουκάλι.
πλησίασες στη θάλασσα, το άφησες και πριν προλάβει να απομακρυνθεί ευχήθηκες να μην σταματήσουμε να πετάμε.
αυτό που αγνοούσαμε και οι δύο ήταν πως χίλια χρόνια μετά, στην ίδια ερημική παραλία, εγώ κι εσύ, θα ξαναβρίσκαμε την ίδια ζωγραφιά.
μα, δεν θα είχαμε τα ίδια ονόματα...