Sunday, December 30, 2012

365 days of Me


Οι περισσότερες μέρες του χρόνου περνούν απαρατήρητες.

Ξεκινούν, τελειώνουν χωρίς να δημιουργούν αναμνήσεις που διαρκούν.

Οι περισσότερες μέρες του χρόνου δεν έχουν φανερή, χειροπιαστή επίδραση στη ροή των πραγμάτων.

Κι όμως, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχουν κάποιες μέρες που ξεχωρίζουν. 
Κάποιες μέρες που άφησαν το στίγμα τους και δημιουργούν το πάζλ του χρόνου που πέρασε.!

Επιχειρείς να τις καταγράψεις, να τις σημειώσεις άλλοτε με λέξεις, άλλοτε με ιστορίες, άλλοτε με εικόνες και soundtracks του μυαλού σου, να τις μετατρέψεις σε ένα λεύκωμα αναμνήσεων.

Χαμογελάς γιατί ξέρεις. Κάποτε θα γυρίσεις πίσω και θα ψάξεις σ’ αυτές να βρεις τα πρώτα σημάδια του κινδύνου ;)

Θα είσαι άραγε έτοιμος να ρισκάρεις και πάλι.?

P.S: το καλύτερο πράγμα τα Χριστούγεννα είναι τα μελομακάρονα. :D
P.S2: άντε ας μην είμαι απόλυτη.! Και η μουσική. Πάρε αυτό.



Sunday, December 9, 2012

Rule no.1


   Κάθονταν αμίλητοι, εκνευρισμένοι και σκεπτικοί χωρίς να τολμούν να ανταλλάξουν ούτε μία κουβέντα. Εκείνη είχε σταυρώσει τα χέρια της και είχε καρφώσει τα μάτια της στο πάτωμα. Εκείνος χτυπούσε ρυθμικά τα δάχτυλά του στο γραφείο και την κοιτούσε σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Ήταν στιγμές που τον εκνεύριζε όσο κανείς άλλος, στιγμές που θα προτιμούσε να μην την είχε γνωρίσει ποτέ. Τον έκανε να νιώθει πίεση και αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Από την άλλη πλευρά, κάτι στο όλο ύφος της τον έκανε να θέλει να γελάσει. Ακόμη και ο τρόπος που θύμωνε ήταν απολαυστικός. Θύμιζε κακομαθημένο κοριτσάκι που δεν το άφηναν να φάει σοκολάτα. Προσπαθούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν αλλά δεν τολμούσε να τη ρωτήσει.
-Εκείνη είχε προβλέψει ακριβώς τις λέξεις που θα χρησιμοποιούσε για να της πει τη γνώμη του.
-Εκείνος δεν είχε προβλέψει  τίποτα από όλα αυτά.

   Τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της και εκείνος άρχισε να γελάει. Την έκανε να γελάσει, κάπως διστακτικά αρχικά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, με την ψυχή της.

«Είδες τι κάνεις?», του είπε χωρίς να το πολυσκεφτεί.

«Τι κάνω?», της είπε χωρίς να έχει ιδέα για τι πράγμα του μιλούσε.

«Αφήνω κενά για να σε μισήσω και το κάνεις αδύνατο…», του εξήγησε χαμογελώντας.

«Δεν μπορείς να με μισήσεις…», της απάντησε παρατηρώντας τις αντιδράσεις της.

«Ίσως. Αλλά, επίσης, δεν μπορώ να το κάνω πια αυτό. Ήρθε η ώρα να θέσω σε εφαρμογή τους δικούς μου κανόνες…», αντέτεινε με νόημα.

«Ξέρεις πιο είναι το αστείο.? Φοράς το κλειδί, τόσα χρόνια, στο λαιμό σου και δεν το έχεις καν καταλάβει.», της είπε κλείνοντάς της το μάτι.

   Η κοπέλα ξαφνιάστηκε. Ακούμπησε ενστικτωδώς το χέρι της στο λαιμό της, στο σημείο που κρεμόταν ένα περίτεχνο μικρό κλειδί. Είχε σχεδόν ξεχάσει ότι το φορούσε ακόμα μετά από τόσα χρόνια. Το χάιδεψε απαλά κι ύστερα το άφησε. Σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς τη- γεμάτη σταγόνες βροχής- τζαμαρία. Ήταν απόγευμα αλλά τα φώτα της πόλης είχαν ανάψει. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι. Ένιωσε τις πρώτες σταγόνες της βροχής να πέφτουν με ορμή και να μουσκεύουν τα μαλλιά και τα ρούχα της. Μέσα σε λίγα λεπτά, το λευκό της μπλουζάκι και το τζιν της είχαν κολλήσει πάνω στο σώμα της. Οι μαύρες μπούκλες της έπεφταν ομοιόμορφα πάνω στους ώμους της και πάγωναν το λαιμό της. Εκείνος βρέθηκε, ξαφνικά, δίπλα της. Την τύλιξε τρυφερά με μια πετσέτα και την αγκάλιασε απαλά.

«Θέλω να φύγω..», του είπε σιγανά.

«Αν θέλεις να φύγεις, μπορείς να φύγεις. Ξέρεις πως δεν θα σε κρατήσω. Thats my rule no.1.», της απάντησε και τα μάτια του είχαν μια περίεργη λάμψη.

«Φυσικά, εσύ και οι αιώνιοι κανόνες σου. Με αφήνεις να φύγω και κρατάς το τίποτα. Αυτή τη φορά, αλλάζω τους δικούς μου κανόνες. Αν φύγω, δεν θα ξαναγυρίσω. Thats my rule no.1.», του είπε με μια περίεργη ηρεμία στο ύφος της.

   Έκανε πίσω και αποδεσμεύτηκε από την αγκαλιά του. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, μπήκε στο σαλόνι, πέταξε την πετσέτα στην πλησιέστερη πολυθρόνα, άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της από το τραπεζάκι, πήρε στα χέρια της την τσάντα και το δερμάτινο μπουφάν της και κατευθύνθηκε βιαστικά προς την πόρτα.

«Δεν θα φύγεις…», της είπε με τα χέρια του στις τσέπες του τζιν του. «Ποτέ δεν έχεις φύγει.  Γιατί να το κάνεις τώρα.?»

«Απάντησε μου κάτι.», του είπε επιτακτικά με το χέρι της να κρατάει το πόμολο σφιχτά. «Αν ήσουν κλειδί, τι κλειδί θα ήσουν?»

Ήταν η σειρά της να τον ξαφνιάσει. Την κοίταξε απορημένος, αλλά βέβαιος πια ότι δεν θα έφευγε και της είπε :

«Να! Σαν αυτό που φοράς στο λαιμό σου…»

«Γι’αυτό ακριβώς φεύγω…»

   Άνοιξε το στόμα του για να της απαντήσει αλλά δεν είχε υπολογίσει ότι ο ήχος από το κλείσιμο της πόρτας θα αντηχούσε πιο γρήγορα στο άδειο πια σαλόνι…

   Έμεινε να κοιτάζει την πόρτα σαν χαμένος. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, κούνησε το κεφάλι του αδιάφορα και έκατσε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. «Ένα από τα γνωστά καπρίτσια της είναι πάλι», σκέφτηκε αδιάφορα. Κι όμως, κάτι στον τόνο της του έλεγε πως έκανε λάθος. Γαμώτο. Σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα, πετάχτηκε από την θέση του και πήρε τα κλειδιά του από την μεταλλική θήκη πάνω στο τζάκι, που συνήθιζε να τα βάζει. Έτρεξε προς την πόρτα και την έκλεισε με δύναμη.

   Η κοπέλα ξεκλείδωσε το αυτοκίνητό της με λυγμούς. Η βροχή είχε δυναμώσει κι άλλο και τα φώτα γύρω της την τύφλωναν. Μπήκε στο αυτοκίνητο και έβαλε μπροστά τη μηχανή. Σκούπισε τα μάτια της από τα δάκρυα που είχαν γίνει ένα με τις σταγόνες της βροχής στο πρόσωπό της και ξεκίνησε να οδηγεί. ‘Έστριψε στην πρώτη διασταύρωση, αντίθετα από τον προορισμό της και έβαλε το ράδιο να παίζει…

   Μερικές ώρες μετά, πάρκαρε το αυτοκίνητο της λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι της. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει. Φόρεσε το μπουφάν της, έβαλε ένα σκουφάκι που είχε ξεχασμένο στο αμάξι της και βγήκε από το αυτοκίνητο. Κλείδωσε το αμάξι της και με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν της, κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Και τότε τον είδε… Καθόταν στα σκαλιά, μουσκεμένος ως το κόκαλο, με ένα βρεγμένο μισοτελειωμένο τσιγάρο στα χέρια του.
Προχώρησε αργά, τον είδε να σηκώνεται, ανέβηκε τα σκαλιά και στάθηκε στα κάγκελα απέναντι του.

«Τι κάνεις εδώ?», του είπε έκπληκτη.

«Ήρθα να σου πω ότι δεν χρειάζεται πια να φοράς το κλειδί.», αντέτεινε γλυκά.

«Γιατί?», του είπε εκείνη φανερά απορημένη.

«Μα, μόλις άνοιξες… δεν το κατάλαβες.?», της απάντησε κλείνοντάς της το μάτι.