Στάθηκε στην άκρη του μπαλκονιού και ακούμπησε απαλά τους αγκώνες
της στα σκουριασμένα κάγκελα. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και το κρύο τη διαπερνούσε.
Αυτή η νύχτα δεν είχε φεγγάρι. Είχε κρυφτεί κι εκείνο, πίσω από την ασφάλεια ενός
μαύρου σύννεφου. Όπως έκανε τόσα χρόνια και η ίδια. Στο δωμάτιο αχνοέφεγγε ένα
μικρό πορτοκαλί φωτάκι. Δεν χρειαζόταν να γυρίσει για να καταλάβει πως την
κοίταγε.
Καθόταν στην αναπαυτική του πολυθρόνα και την παρατηρούσε
για αρκετή ώρα. Είχε ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο στο στόμα του και το κράταγε
εκεί παρ’ότι είχε σβήσει. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, έψαξε
μηχανικά για σπίρτα.
Εκείνη ήταν χαμένη στις σκέψεις της. Ο ήχος της ανάφλεξης την
τρόμαξε. Γύρισε απότομα και τον κοίταξε. Πριν προλάβει να σβήσει το σπίρτο, η
εικόνα του πίσω από τη μικρή λάμψη της φωτιάς της φάνηκε αλλόκοτη, αλλά αιώνια
ελκυστική.
Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και την κοίταξε
εξεταστικά.
«Θυμάσαι το στοίχημα?», της είπε με φωνή που σχεδόν δεν
ακουγόταν.
«Θυμάμαι. Και έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα. Υπάρχουν
κάποιοι άνθρωποι, σαν εσένα, σαν εμένα, που θέλουν αλλά ΔΕΝ… για ένα στοίχημα.»,
του απάντησε πληγωμένη από την ανάμνηση.
«Δεν είσαι σαν εμένα. Ξέρεις να δίνεις όσα εγώ δεν θα
μπορέσω να δώσω ποτέ.», της είπε χωρίς να την κοιτάζει πια.
«Κάνεις λάθος. Δεν φοβάμαι να δώσω όσα εσύ φοβάσαι να
δώσεις.», αντέτεινε με κάθε βεβαιότητα.
«Περίμενα πως κάποτε θα μου έλεγες εσύ αυτή τη φράση αλλά
ήρθε η στιγμή να την πω εγώ: Και τώρα, τι…??»

No comments:
Post a Comment